Το «μεγαλύτερο σκάνδαλο» στο πόρισμα της ΔΗΣΥ για τη φαρμακευτική δαπάνη

featured image

Αλόγιστη σπατάλη και η διόγκωση της φαρμακευτικής δαπάνης και της νοσοκομειακής δαπάνης, την περίοδο 2005-2009, καταγγέλλει η ΔΗΣΥ στο πόρισμά της για τη φαρμακευτική δαπάνη, χαρακτηρίζοντας την υπόθεση αυτή «το μεγαλύτερο "σκάνδαλο" που πρέπει να διερευνηθεί».

Η ΔΗΣΥ εντοπίζει «ζητήματα ευθυνών» στην «εκτίναξη της δαπάνης από τα 2,43 δισ. ευρώ το 2004 στα 5,6 δισ. ευρώ το 2009» και στην «παράνομη παράλειψη της έκδοσης δελτίου τιμών φαρμάκων το 2015, από τον τότε υπουργό Υγείας, που είχε εκ των πραγμάτων ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας του Δημοσίου».

googletag.cmd.push(function() { googletag.display("div-gpt-ad-1539094710702-0"); });

«Για κάθε στοιχείο που παρουσιάστηκε στην Εξεταστική Επιτροπή, εμείς λέμε "όλα στο φως και όλα στη δικαιοσύνη"» ανέφερε η εισηγήτρια της ΔΗΣΥ, Εύη Χριστοφιλοπούλου, παρουσιάζοντας το πόρισμα στην Εξεταστική Επιτροπή.

Στο πόρισμά της η ΔΗΣΥ επικρίνει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία διότι «με ευθύνη της η αναζήτηση της αλήθειας για τη διαχρονική εξέλιξη των δαπανών υγείας υποβαθμίστηκε στις εργασίες της Εξεταστικής Επιτροπής», και δεν αφιερώθηκε χρόνος στην «προκλητή διόγκωση της δαπάνης την περίοδο 2005-2009, που κόστισε άνω των 20 δις ευρώ».

Ειδικά για την περίοδο 2005-2009, η ΔΗΣΥ αναφέρει, όπως μεταδίδει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, ότι «η πραγματική ζημία του Δημοσίου προκύπτει από την εκτίναξη της ετήσιας φαρμακευτικής δαπάνης από τα 2,43 δισ. ευρώ το 2004, στα 5,1 δισ. ευρώ το 2009. Δαπάνη, που ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων θεσμικών πρωτοβουλιών, έπεσε στα 2,8 δισ. ευρώ την περίοδο 2009-2011 και στα 2 δισ. το 2014».

Η ΔΗΣΥ υπογραμμίζει ότι η δραστική περιστολή της δαπάνης το 2014 ήταν «αποτέλεσμα της εφαρμογής μιας συστηματικής ανατιμολόγησης όλων των φαρμάκων που οδήγησε σε μεσοσταθμική μείωση της ex factory τιμής κατά 20%, της σύστασης του ΕΟΠΥΥ, της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, της συνταγογράφησης με δραστική ουσία, των κλειστών προϋπολογισμών των νοσοκομείων, των rebates και των claw back, το οικονομικό αποτύπωμα των οποίων είναι ευκρινές».

Στη συνέχεια, όμως, τονίζει η ΔΗΣΥ και επιρρίπτει ευθύνες στη σημερινή κυβέρνηση, «έγιναν βήματα οπισθοχώρησης» και ενδεικτικά αναφέρεται η μη τιμολόγηση των φαρμάκων το 2015 (σ.σ. ενώ ο νόμος υποχρέωνε την κυβέρνηση να τιμολογήσει δύο φορές, εκείνη τιμολόγησε μόνο μία κι αυτή στις 14/12/2015, με αποτέλεσμα να χαθεί όλο το έτος σε βάρος των ασφαλισμένων και υπέρ των εταιρειών και κάποιοι να κερδίσουν εκατομμύρια σε φάρμακα που οι τιμές τους θα μειώνονταν) αλλά και οι οδηγίες ταυτοποίησης των τιμών των φαρμάκων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που περιορίζουν το πεδίο εύρεσης χαμηλότερων τιμών».

Στο πόρισμα παρατίθενται αναλυτικοί πίνακες και γραφήματα, προϋπολογιστικά και απολογιστικά στοιχεία για τη φαρμακευτική δαπάνη, επί τη βάση των οποίων η ΔΗΣΥ καταλήγει ότι «ενώ περίπου μέχρι το 2004, η Ελλάδα συμβαδίζει με τις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, από το 2004 και μετά, η κατά κεφαλήν δαπάνη στην Ελλάδα αυξάνεται ραγδαία και απομακρύνεται από το μέσο όρο».

Το σκεπτικό της ΔΗΣΥ αρθρώνεται στις εξής περιόδους:

Η περίοδος μέχρι το 2004, για την οποία η ΔΗΣΥ υπογραμμίζει ότι «την περίοδο 1996-2004 ελήφθησαν θεσμικά μέτρα εξορθολογισμού και ελέγχου της φαρμακευτικής δαπάνης. Το ΠΑΣΟΚ θεσμοθέτησε για πρώτη φορά λίστα φαρμάκων και έθεσε περιορισμούς και ελέγχους στη συνταγογράφηση». Η περίοδος 2004-2009, για την οποία τονίζεται ότι «παρουσιάστηκε εκτίναξη της δαπάνης από τα 2,43 δισ. ευρώ το 2004 στα 5,6 δισ. ευρώ το 2009, ως αποτέλεσμα α) της κατάργησης των νομοθετικών πρωτοβουλιών του ΠΑΣΟΚ (λίστα φαρμάκων, περιορισμοί στη συνταγογράφηση) από την κυβέρνηση της ΝΔ την περίοδο 2005-2009, β) της ανεξέλεγκτης εισαγωγής νέων σκευασμάτων (αντικατάσταση κατά 60%) και γ) της ελλιπέστατης διαδικασίας ανατιμολόγησης των ex factory τιμών». Χαρακτηριστική περίπτωση αυξημένης δαπάνης, χαρακτηρίζει η ΔΗΣΥ την προμήθεια αντιικών εμβολίων για την αντιμετώπιση επαπειλούμενης πανδημίας της γρίπης το 2006, που «χρήζει διερεύνησης». Η περίοδος 2009-2014 χαρακτηρίζεται πενταετία του εξορθολογισμού και της δραστικής μείωσης της φαρμακευτικής δαπάνης λόγω της διαφανούς και πραγματικής ανατιμολόγησης όλων των φαρμακευτικών σκευασμάτων και της δημιουργίας παρατηρητηρίου τιμών, λόγω της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, της ίδρυσης του ΕΟΠΥΥ, των κανόνων που καθιερώθηκαν στους τομείς των παροχών και της τιμολόγησης. Αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών ήταν ότι «συνολικά, η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη ακολούθησε πτωτική πορεία για 5 συνεχή έτη (2009-2014), καταγράφοντας συνολική μείωση της τάξης του 60,8% την περίοδο 2009-2014», αναφέρει η ΔΗΣΥ. Για το έτος 2015, η ΔΗΣΥ επιρρίπτει ευθύνες στη σημερινή κυβέρνηση διότι ενώ ο νόμος προέβλεπε δύο τιμολογήσεις κατ" έτος στα φάρμακα, έγινε μόνο μία και αυτή στις 14 Δεκεμβρίου του 2015. «Πρακτικά η ισχύς του Δελτίου Τιμών παράγει αποτελέσματα το 2016, δηλαδή, ολόκληρο το έτος παρέμειναν οι τιμές του 2014, πρακτική που εξ αντικειμένου ωφέλησε τις πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρείες», καταγγέλλει η ΔΗΣΥ και υπογραμμίζει επιπροσθέτως ότι «διερεύνησης χρήζει η καταγγελία ότι κατά την ανατιμολόγηση του Δεκεμβρίου 2016 ο υπουργός, Ανδρέα Ξανθός, φέρεται να απείχε από τις προτάσεις του ΕΟΦ και ως εκ τούτου πρέπει να διερευνηθεί εάν ευνοήθηκαν συγκεκριμένες εταιρίες ή όχι, ζήτημα που δεν εξετάστηκε από την Επιτροπή (και φυσικά δεν διαπιστώθηκε η βασιμότητα των καταγγελιών)».

Αναφορικά με τον τρόπο που η Εξεταστική Επιτροπή ασχολήθηκε με τη φαρμακευτική δαπάνη, η ΔΗΣΥ υπογραμμίζει ότι «στο μείζον θέμα του φαρμάκου αφιερώθηκαν μόνον 5 συνεδριάσεις (αντιμετωπίστηκε δηλ. ως περίπου ίσης βαρύτητας με το αντικειμενικά "έλασσον" θέμα των αρθροσκοπήσεων) και δεν εξετάστηκαν μάρτυρες που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην αποκάλυψη της αλήθειας (ιδίως, οι αρμόδιοι υπουργοί και γενικοί γραμματείς της ελεγχόμενης περιόδου, οι διατελέσαντες πρόεδροι του ΕΟΦ καθώς και οι πρόεδροι της ΠΕΦ, του ΣΦΕΕ, του ΠΙΣ και του ΠΦΣ, σύμφωνα και με τη σχετική πρόταση της ΔΗΣΥ)».

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ
Από το Blogger.